Τριάντα χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Παρίσι, η διάσημη «Κάρμεν» του Κάρλος Σάουρα παρουσιάστηκε την Κυριακή το βράδυ στο κατάμ...
Τριάντα χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Παρίσι, η διάσημη «Κάρμεν» του Κάρλος Σάουρα παρουσιάστηκε την Κυριακή το βράδυ στο κατάμεστο Ηρώδειο.
Μια παράσταση εκρηκτικής δυναμικής και πάθους, που αναδείκνυε πρωτίστως την εκφραστικότητα του ανθρώπινου σώματος.
Χορογραφίες φλαμένκο από τον Αντόνιο Γκάντες (1936-2004), που αντικαθιστούσαν το λιμπρέτο των Ανρί Μεϊλάκ και Λιντοβίκ Αλεβί και έδιναν τη δυνατότητα ακόμη και σε όσους την παρακολουθούσαν πρώτη φορά να ακολουθήσουν την πλοκή της.
Με βασικό όχημα το χορό και πολύτιμους αρωγούς τη λιτή μουσική από δύο κιθάρες (Antonio Solera - Camaron de Pitita) και τα παραδοσιακά τσιγγάνικα τραγούδια. Τα μοναδικά σύντομα συμφωνικά μέρη που ακούγονταν μαγνητοφωνημένα σηματοδοτούσαν ουσιαστικά την εναλλαγή των Πράξεων και αποτελούσαν εν πολλοίς μια υπενθύμιση, ένα φόρο τιμής στη μουσική του Μπιζέ.
Σ' αυτό το σημείο όμως εστιάζεται και η μόνη παραφωνία της παράστασης, που δεν οφείλεται φυσικά στη μουσική του Γάλλου συνθέτη, αλλά στην κακή ποιότητα του ήχου, κάτι ωστόσο που δεν μείωσε το συνολικό αποτέλεσμα της παράστασης.
Ενδεικτικό είναι ότι μετά το πέρας κάθε χορογραφίας το κοινό χειροκροτούσε ενθουσιασμένο, κάτι που επιζητούσαν και οι ίδιοι οι χορευτές, παρ' όλο που έσπαγε ώς ένα σημείο το ρυθμό. Σε αυτές τις απρόοπτες παύσεις, καθώς και σε ορισμένες σκόπιμες που ήταν ενταγμένες εκ των προτέρων στη ροή της παράστασης, δεν πρέπει να λησμονούμε και τη σωματική κόπωση των σολίστ χορευτών, μιας και το φλαμένκο χαρακτηρίζεται ένας από τους πιο απαιτητικούς χορούς από άποψη φυσικής κατάστασης.
Η βραδιά στο Ηρώδειο άνοιξε με το «Μπολερό» του Ραβέλ, που χόρεψε με απαράμιλλη δεξιοτεχνία και αισθαντικότητα ο 23χρονος Sergio Bernal, σολίστ του Ballet Nacional de Espana και βραβευμένος το 2012 ως ο καλύτερος νέος χορευτής παγκοσμίως.
Ο νεαρός Ισπανός κατάφερε μέσα από τη χορογραφία φλαμένκο να γεμίσει την άδεια σκηνή του Ηρωδείου με την κίνηση και το εκτόπισμά του, κερδίζοντας επάξια το χειροκρότημα του κοινού. Αμέσως μετά το τέλος της 15λεπτης χορογραφίας, τα φώτα άναψαν και στήθηκε το σκηνικό για την Κάρμεν. Ενα περιβάλλον πλατείας με ξύλινες καρέκλες και παραδοσιακές τάβλες και στο βάθος επτά σιδερένιες επιφάνειες, που αντανακλούσαν τους χορευτές που εφόρμησαν στο χώρο σαν ένας περιοδεύων θίασος Τσιγγάνων.
Μια ομάδα χορευτών, μουσικών και τραγουδιστών, με προεξάρχουσα και εντυπωσιακότερη όλων τη Monica Iglesias, που ερμήνευσε με ένταση και πάθος την ομώνυμη πρωταγωνίστρια του έργου.
Αξιος παραστάτης της ο Angel Gil, χωρίς να υστερήσουν οι υπόλοιποι σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο, με τη μαγική βραδιά στο Ηρώδειο να κλείνει με ατομικές χορογραφίες δεξιοτεχνίας και εν μέσω πρωτοφανούς αποθέωσης από το ελληνικό κοινό.